βασανιστήριον

βᾰσᾰν-ιστήριον, τό,
A question-chamber, Theopomp.Com.63, Polyaen.8.62, Phalar.Ep.82, 115; of the stocks, Sm.Je.20.2.
II in pl., instruments of torture, Plu.2.315d, Charito 4.2, Them.Or.13.175c.
III touchstone, test, χρυσοῦ, πορφύρας ib.21.247b: metaph., ib.248a.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βασανιστήριον — question chamber neut nom/voc/acc sg βασανιστήριος of masc/fem acc sg βασανιστήριος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασανιστηρίοις — βασανιστήριον question chamber neut dat pl βασανιστήριος of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασανιστηρίου — βασανιστήριον question chamber neut gen sg βασανιστήριος of masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασανιστηρίων — βασανιστήριον question chamber neut gen pl βασανιστήριος of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασανιστηρίῳ — βασανιστήριον question chamber neut dat sg βασανιστήριος of masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασανιστήρια — βασανιστήριον question chamber neut nom/voc/acc pl βασανιστήριος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • GEHENNA — nomen loci apud Evangelistas; ponitur autem pro inferno, hac occasione, teste Hieronymo. Erat idolum Baal, iuxta Ierusalem, ad radicem montis Moriae, unde Siloa fluit. Haec vallis est parva campi planities irrigua, et nemorosa, plenaque deliciis …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ROTAE supplicium — apud Graecos iam olim in usu, Suidae Ο῎ργανον fuit βαςανιςτήριον καὶ διατεῖνον τὰ σώματα, instrumentum hominibus excruciandis inventum, corpora distendens. Et alibi ξύλινόν τι, εν ᾧ δεςμούμενοι οἱ οἰκέται ἐκολάζοντο, lignum quoddam, in quo servi… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βασανιστήριο — και βασανιστήρι, το (AM βασανιστήριον) [βασανίζω] αυτό που προκαλεί βάσανα, ταλαιπωρίες νεοελλ. εξέταση με τεχνικό μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειας και ειδικότερα η επιβολή σωματικών κακώσεων στον υπόδικο κατηγορούμενο και στους μάρτυρες για… …   Dictionary of Greek

  • παλλύτας — παλλύτας, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὄργανον βασανιστήριον». [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < πᾶν + λύω] …   Dictionary of Greek

  • ՏԱՆՋԱՆԱՐԱՆ — (ի, աց.) NBH 2 0844 Chronological Sequence: Unknown date, 5c, 6c, 8c, 10c, 11c, 12c գ. βασανιστήριον, βασανισμός locus et instrumentum cruciatus, torment, supplicium. Տեղի տանջանաց. ... *Յայսոսիկ տեղիս տանջին անիրաւք. եւ սա մէջ ինչ գոլով՝ մաքրող… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.